ακαλλιέργητος Grekiska - Slovene

1.


2.

  • Grekiskaάξεστος, ακαλλιέργητος, αμόρφωτος, βάρβαρος, κάφρος





Rimlexikon   PluralEnglish translator: Greek Slovene ακαλλιέργητος  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare